Ώρα Ελλάδος

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

..ένα δώρο για την πατ (1954)

Ένα καταπληκτικό διήγημα επιστημονικής φαντασίας απο τον κορυφαίο του είδους

Philip K. Dick



«Τι είναι;» ρώτησε ανυπόμονα η Πατρίτσια Μπλέηκ. «Τι είναι;» μουρμούρισε ο 'Ερικ Μπλέηκ. «Τι έφερες; Το ξέρω πως μου έφερες κάτι!» Το στήθος της ανεβοκατέβαινε από την έξαψη. «Μου έφερες ένα δώρο, το κατάλαβα!». «Αγάπη μου, πήγα στον Γανυμήδη για την Μεταλλουργία Γης xι όχι για να σου φέρω ενθύμια. Αφησε με τώρα ν' ανοίξω τις βαλίτσες μου. O Μπράντσωου είπε να κάνω την αναφορά μου αύριο το πρωί στο γραφείο. Και καλό θα ήταν να αναφέρω μερικά καλά κοιτάσματα μετάλλων». Η Πατ άρπαξε ένα μικρό κουτί που ήταν στην κορυφή του σωρού με τα μπαγκάζια που είχε αφήσει στην πόρτα το ρομπότ-αχθοφόρος. «Κόσμημα είναι; 'Οχι, είναι μεγάλο για κόσμημα». Αρχισε να λύνει το κορδόνι του κουτιού με τα μακριά της νύχια. Ο 'Ερικ συνοφρυώθηκε, ανήσυχος. «Mηv απογοητευτείς, αγάπη μου. Είναι κάπως παράξενο. Δεν είναι αυτό που θα περίμενες». Την κοίταξε φοβισμένα. «Mη θυμώσεις μαζί μου. Θα σου εξηγήσω». Η Πατ έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα. Χλώμιασε. Πέταξε το κουτί βιαστικά στο τραπέζι, με τα μάτια της ορθάνοιχτα από τον τρόμο. «Θεέ μου! Τι είναι αυτό;». Ο 'Ερικ έκανε μια νευρική χειρονομία. «'Ηταν μια καλή αγορά, αγάπη μου. Δεν τα βρίσκεις εύκολα αυτά. Οι Γανυμήδιοι δεν θέλουν να τα πουλήσουν, και... » «Τι είναι;». «Είναι ένας θεός», ψέλισε ο 'Ερικ. «Μια από τις δευτερεύουσες θεότητες του Γανυμήδη. Το πήρα σχεδόν σε τιμή κόστους». Η Πατ κοίταξε το κουτί μ' ένα μίγμα φόβου και αυξανόμενης απέχθειας. «Αυτό; Αυτό είναι... θεός;». Μέσα στο κουτί βρισκόταν μια μικρή, ακίνητη μορφή, κάπου είκοσι πέντε πόντους ψηλή. 'Ηταν κάτι παλιό, τρομερά παλιό. Τα μικρά του χέρια που έμοιαζαν με νύχια αρπακτικού ήταν σταυρωμένα στο λεπιδωτό του στήθος. Το εντομοειδές του πρόσωπο ήταν παραμορφωμένο από έναν μορφασμό οργής μαζί με κυνικό πάθος. Αντί για πόδια, στηριζόταν σε μια μάζα πλοκαμιών. Το κάτω μέρος του προσώπου του σχημάτιζε ένα περίπλοκο ράμφος εντόμου από κάποιο σκληρό υλικό. Είχε μια μυρωδιά, σαν λίπασμα και ξεθυμασμένη μπύρα. 'Εμοιαζε ερμαφρόδιτο. Ο 'Ερικ είχε σκεφτεί να βάλει ένα μικρό πιατάκι με νερό και λίγα άχυρα στο κουτί. Είχε κάνει τρύπες για αέρα στο καπάκι του κουτιού, και το είχε τυλίξει με χαρτί από εφημερίδα. «Θέλεις να πεις ότι είναι ένα είδωλο». Η Πατ άρχιζε να ξαναβρίσκει σιγά - σιγά την αυτοκυριαρχία της. «Το είδωλο μιας θεότητας». «'Οχι». Ο 'Ερικ κούνησε το κεφάλι του με πείσμα. «Είναι μια γνήσια θεότητα. Υπάρχει εγγύηση, κάτι τέτοιο». «Είναι.. νεκρό;». «Καθόλου». «Γιατί δεν κουνιέται τότε;». «Πρέπει να το ξυπνήσεις». Το κάτω μέρος της κοιλιάς του εξείχε, σχηματίζοντας ένα κοίλωμα. Ο 'Ερικ το χτύπησε μαλακά. «Βάζεις μια προσφορά εδώ και ζωντανεύει. Θα σου δείξω». Η Πατ έκανε πίσω. «'Οχι, ευχαριστώ». «'Ελα τώρα! 'Εχει ενδιαφέρον η συζήτηση μαζί του. Το όνομά του είναι...» Κοίταξε μια επιγραφή στο κουτί. «Το όνομά του είναι Τινοκουκνόι. Τινοκουκνόι Αρεβουλοπάπο. Σ' όλο το ταξίδι του γυρισμού συζητήσαμε. Χάρηκε πολύ για την ευκαιρία που είχε να συζητήσει με κάποιον. Κι εγώ έμαθα ένα σωρό πράγματα για τους θεούς». Ο 'Ερικ έψαξε τις τσέπες του και έβγαλε τα υπολείμματα ενός σάντουιτς. Πήρε λίγο ζαμπόν και το έχωσε στην ανοιχτή κοιλιά του θεού. «Εγώ πηγαίνω στο άλλο δωμάτιο», είπε η Πατ. «Κάτσε». Ο 'Ερικ την έπιασε από το μπράτσο. «Δεν αργεί. Αρχίζει αμέσως να χωνεύει». Το κοίλωμα της κοιλιάς του θεού κουνήθηκε. Το λεπιδωτό του δέρμα κυμάτισε. Το κοίλωμα γέμισε με μια γλοιώδη, σκοτεινόχρωμη ουσία. Το ζαμπόν άρχισε να διαλύεται. Η Πατ ρουθούνισε αηδιασμένη. «Δεν χρησιμοποιεί ποτέ το στόμα του;». «'Οχι για φαγητό. Μόνο για να μιλά. Είναι πολύ διαφορετικό από τις συνηθισμένες μορφές ζωής». Το μικροσκοπικό μάτι του θεού ήταν τώρα καρφωμένο πάνω τους. Μια άγρυπνη σφαίρα παγωμένης μοχθηρίας. Το ράμφος κουνήθηκε. «Χαίρετε», είπε ο θεός με μια τραχιά φωνή. «Γεια». Ο 'Ερικ σκούντηξε την Πατ. «Από εδώ η γυναίκα μου. Η κυρία Μπλέηκ. Πατρίτσια». «Τι κάνετε», είπε ο θεός. Η Πατ έβγαλε μια φοβισμένη στριγγλιά. «Μιλάει Αγγλικά». Ο θεός γύρισε αηδιασμένος προς το μέρος του 'Ερικ. «Είχες δίκιο. Elναι ηλίθια». Ο 'Ερικ κοκκίνισε. «Οι θεοί μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, αγάπη μου. Είναι παντοδύναμοι». Ο θεός κούνησε το κεφάλι του. «Έτσι είναι. Αυτή είναι η Γη, υποθέτω». «Ναι. Πώς είναι;». «Όπως την περίμενα. Είχα ήδη ακούσει αναφορές. Κάποιες αναφορές για τη Γη». «'Ερικ, είσαι σίγουρος πως είναι εντάξει;» ψιθύρισε ανήσυχα η Πατ. «Δεν μ' αρέσει η όψη του. Κι ο τρόπος που μιλάει, κάτι έχει». Το στήθος της έτρεμε νευρικά. «Μην ανησυχείς, αγάπη μου», είπε αδιάφορα o 'Ερικ. «Είναι καλός θεός. Το έλεγξα προτού φύγω από τον Γανυμήδη». «Είμαι αγαθοεργός», εξήγησε σοβαρά ο θεός. «'Ημουν μια θεότητα του καιρού για τους ιθαγενείς του Γανυμήδη. Προκαλούσα βροχή και σχετικά φαινόμενα όταν το απαιτούσε η περίσταση». «Αλλά αυτά ανήκουν στο παρελθόν», πρόσθεσε o 'Ερικ. «Σωστά. Ήμουν θεός του καιρού για δέκα χιλιάδες χρόνια. Ακόμα κι η υπομονή ενός θεού έχει όρια. 'Ηθελα νέο περιβάλλον». Μια παράξενη λάμψη πέρασε από το απαίσιο πρόσωπό του. «Γι' αυτό κανόνισα να με πουλήσουν και να έρθω στη Γη». «Βλέπεις», είπε ο 'Ερικ, «οι Γανυμήδιοι δεν ήθελαν να τον πουλήσουν. Αλλά έφτιαξε μια καταιγίδα και τους ανάγκασε. Αυτός είναι ένας λόγος που ήταν τόσο φτηνό». «Ο άντρας σου έκανε μια καλή αγορά», είπε o θεός. Το μοναδικό του μάτι εξέτασε το δωμάτιο με περιέργεια. «Εδώ ζείτε; Τρώτε και κοιμάστε εδώ;». «Ναι», είπε ο 'Ερικ. «Η Πατ κι εγώ...». Η πόρτα της εισόδου κουδούνισε. «Ο Τόμας Μάτσον στέκεται στο κατώφλι», είπε η πόρτα. «Θα ήθελε να τον δεχτείτε». «Πω-πω!» είπε ο 'Ερικ. «Ο Τομ! Πάω να του ανοίξω». Η Πατ έδειξε τον θεό, «Δεν θα 'πρεπε...». «Α, όχι. Θέλω να το δει ο Τομ». Ο 'Ερικ πήγε στην πόρτα και την άνοιξε. «Γεια», είπε ο Τομ μπαίνοντας μέσα. «Γεια σου, Πατ. Ωραία μέρα». Έσφιξαν τα χέρια. «Από το εργαστήριο ανυπομονούσαν να γυρίσεις. Ο Μπράντσωου περιμένει ν' ακούσει την αναφορά σου πώς και πώς». Ο Μάτσον έσκυψε το ψηλό κι αδύνατο σώμα του και κοίταξε το κουτί μ' ενδιαφέρον. «Τι είναι εκεί μέσα;». «Είναι ο θεός μου», είπε συνεσταλμένα ο 'Ερικ. «Ναι; Αλλά ο Θεός είναι μια μη επιστημονική αντίληψη ». «Αυτός είναι διαφορετικός θεός. Δεν τον εφεύρα. Τον αγόρασα. Στον Γανυμήδη. Είναι μια θεότητα του καιρού του Γανυμήδη». «Πες κάτι»., είπε η Πατ στον θεό. «Για να πιστέψει τον ιδιοκτήτη σου». «Ας συζητήσουμε την ύπαρξή μου», είπε σαρκαστικά ο θεός. «Εσείς θα υποστηρίξετε την αρνητική άποψη. Σύμφωνοι;». Ο Μάτσον μόρφασε. «Τι είναι αυτό, 'Ερικ; 'Ενα μικρό ρομπότ; 'Εχει απαίσια όψη». «Αλήθεια. Είναι ένας θεός. 'Οπως ερχόμασταν έκανε κάνα-δυο θαύματα για μένα. 'Οχι μεγάλα θαύματα, βέβαια, αλλά αρκετά για να με πείσουν». «Διαδόσεις», είπε ο Μάτσον. Αλλά φάνηκε να ενδιαφέρεται. «Κάνε μας ένα θαύμα, θεέ. Περιμένω». «Δεν είναι τσίρκο εδώ πέρα», γρύλλισε ο θεός. «Μην το θυμώνεις», είπε ο 'Ερικ. «Οι δυνάμεις του δεν έχουν όρια, άμα ξυπνήσει». «Πώς γίνεται ένας θεός;» ρώτησε ο Τομ. «Δημιουργεί ο ίδιος τον εαυτό του; Αν εξαρτάται από κάτι πριν απ' αυτόν, τότε πρέπει να υπάρχει μια ανώτερη τάξη ύπαρξής του...». «Οι θεοί», είπε η μικροσκοπική μορφή, «κατοικούν σ' ένα ανώτερο επίπεδο, ένα υψηλότερο επίπεδο της πραγματικότητας. Σε μια ανώτερη διάσταση. Υπάρχουν πολλά επίπεδα ύπαρξης. Διαστατικά συνεχή, ιεραρχημένα. Το δικό μου είναι αμέσως πάνω από το δικό σας». «Και τι κάνεις εδώ;». «Κάποιες φορές ένα ον μπορεί να περάσει από το ένα διαστατικό συνεχές στο άλλο. 'Οταν πηγαίνουν από ένα ανώτερο σ' ένα κατώτερο, όπως εγώ, λατρεύονται σαν θεοί». Ο Τομ φάνηκε απογοητευμένος. «Δεν είσαι θεός. Είσαι απλώς μια μορφή ζωής από μια λίγο διαφορετική διάσταση που άλλαξε φάση και μπήκε στο δικό μας άνυσμα». Η μικρή φιγούρα τον κοίταξε βλοσυρά. «Το λες σαν να είναι κάτι απλό. Στην πραγματικότητα μια τέτοια μεταμόρφωση χρειάζεται μεγάλη επιδεξιότητα και σπάνια γίνεται. 'Ηρθα εδώ γιατί ένα πρόσωπο της φυλής μου, ο δυσώδης Ναρ Ντολκ, έκανε ένα αποτρόπαιο έγκλημα και διέφυγε σ' αυτό το συνεχές. Ο νόμος μας με υποχρέωσε να τον ακολουθήσω. Στο μεταξύ, αυτό το απόβρασμα; αυτός ο γόνος της υγρασίας, κατάφερε να κρυφτεί με κάποια μεταμφίεση. Τον ψάχνω συνεχώς, αλλά ακόμα δεν τον έχω ανακαλύψει». Ο μικρός θεός σταμάτησε ξαφνικά. «H περιέργειά σου είναι μάταιη. Με ενοχλεί». Ο Τομ γύρισε την πλάτη του στον θεό. «Αηδίες. Στο εργαστήριο της Μεταλλουργίας κάνουμε πιο σπουδαία πράγματα απ' αυτόν τον τύπο...». Ακούστηκε ένα κροτάλισμα στον αέρα, μια λάμψη και μυρωδιά όζου. Ο Τομ Μάτσον ούρλιαξε. Αόρατα χέρια τον σήκωσαν και τον έσπρωξαν προς την πόρτα. Η πόρτα άνοιξε και ο Μάτσον εκσφενδονίστηκε στους θάμνους και τις τριανταφυλλιές του κήπου, τινάζοντας μάταια χέρια και πόδια. «Βοήθεια!» φώναξε, προσπαθώντας να σηκωθεί. «Θεέ μου», είπε η Πατ με κομμένη ανάσα. «Πω-πω!». Ο 'Ερικ πέταξε ένα βλέμμα στη μικρή μορφή. «Εσύ το έκανες αυτό;». «Βοήθησέ τον», ψέλισε η Πατ, κατάχλωμη. «Νομίζω πως χτύπησε. Δεν μου φαίνεται καλά». Ο 'Ερικ έτρεξε έξω και βοήθησε τον Μάτσον να σηκωθεί. «Είναι καλά; Εσύ φταις. Σου είπα να μη του μπαίνεις γιατί κάτι θα μπορούσες να πάθεις». Το πρόσωπο του Μάτσον ήταν κατακόκκινο από θυμό. «Κανένας τιποτένιος θεός δεν θα μου φερθεί εμένα έτσι!». 'Εσπρωξε στην άκρη τον 'Ερικ και κατευθύνθηκε πάλι προς το σπίτι. «Θα το πάρω στο εργαστήριο και θα το χώσω σ' ένα βάζο με φορμαλδεϋδη. Θα το κόψω κομματάκια και θα το γδάρω και θα το κρεμάσω στον τοίχο. Θα έχω το πρώτο δείγμα θεού στον...». Μια φωτεινή σφαίρα έλαμψε γύρω από τον Μάτσον. Τον τύλιξε έτσι που το αδύνατο σώμα του έμοιαζε με το νήμα ενός λαμπτήρα πυρακτώσεως. «Τι διάβολο!» μούγκρισε ο Μάτσον. Ξαφνικά τινάχτηκε. Το σώμα του ξεθώριασε. Αρχισε να μικραίνει. Αρχισε να ζαρώνει γρήγορα, μ' ένα ελαφρό σφύριγμα στον αέρα. 'Ολο και μικρότερος. Το σώμα του φάνηκε να τρέμει και να αλλάζει περίεργα. Το φως χάθηκε. Στην αυλή στεκόταν με ηλίθιο ύφος ένας μικρός πράσινος βάτραχος. «Βλέπεις;» είπε έξαλλος ο 'Ερικ. «Σου είπα να κάτσεις ήσυχα! Κοίτα τι έγινε τώρα!». Ο βάτραχος προχώρησε με αδύναμα πηδήματα προς το σπίτι. Μπροστά στα σκαλιά σταμάτησε, ανήμπορος να τ' ανέβει. Έβγαλε ένα παθητικό, απεγνωσμένο αγκομαχητό. Η Πατ έβγαλε μια κραυγή αγωνίας. «Ω, 'Ερικ! Κοίτα τι έκανε! Κακόμοιρε Τομ!». «Αυτός φταιει», είπε ο 'Ερικ. «Του αξίζει». Αλλά είχε αρχίσει να φαίνεται η νευρικότητά του. «Ακου να σου πω», είπε στον θεό, «αυτό δεν ήταν ωραίο πράγμα, για έναν μεγάλο άνθρωπο τουλάχιστον. Τι θα πουν η γυναίκα του και τα παιδιά του;». «Τι θα πει ο κύριος Μπράντσωου;» φώναξε η Πατ. «Δεν μπορεί να πάει έτσι στη δουλειά!». «Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε ο 'Ερικ. Γύρισε στο θεό. «Νομίζω πως έμαθε το μάθημά του. Τι θα έλεγες να τον ξανακάνεις όπως ήταν; Εντάξει;». «Να τον κάνεις όπως ήταν!» ούρλιαξε η Πατ, σφίγγοντας τις μικρές γροθιές της. «Αν δεν τον κάνεις όπως ήταν θα έχεις να κάνεις με τη Μεταλλουργία Γης. Ακόμα κι ένας θεός δεν μπορεί να τα βάλει με τον Οράτιο Μπράντσωου». «Καλύτερα να τον κάνεις όπως ήταν», είπε o 'Ερικ. «Θα του κάνει καλό», είπε ο θεός. «Θα τον αφήσω έτσι για κάνα-δυο αιώνες...». «Αιώνες!» φώναξε η Πατ. «Τι λες, γλοιώδες πλάσμα!». Προχώρησε απειλητικά προς το κουτί, τρέμοντας από την οργή της. «Ακου να δεις! Καν' τον όπως ήταν, αλλιώς θα σε βγάλω απ' το κουτί σου και θα σε ρίξω στον σκουπιδοφάγο!». «Ησύχασέ την», είπε ο θεός στον 'Ερικ. «Ηρέμησε, Πατ», την παρακάλεσε ο 'Ερικ. «Δεν ηρεμώ! Ποιος νομίζει πως είναι; Δώρο! Πώς τολμάς να φέρνεις αυτό το μουχλιασμένο σκουπίδι στο σπίτι μας; Αυτό λες εσύ...». Η φωνή της κόπηκε απότομα. Ο 'Ερικ γύρισε ανήσυχος προς το μέρος της. H Πατ στεκόταν ακίνητη, με το στόμα της ανοιχτό, με μια λέξη να κρέμεται ακόμη από τα χείλη της. Ήταν εντελώς ακίνητη. Ήταν κάτασπρη. Είχε ένα ομοιόμορφο λευκόγκριζο χρώμα που προκάλεσε ένα ρίγος στην ραχοκοκκαλιά του 'Ερικ: «Θεέ μου», είπε. «Την έκανα πέτρα», εξήγησε ο θεός. «Έκανε πολλή φασαρία». Χασμουρήθηκε. «Τώρα, θα ξεκουραστώ, Το ταξίδι με κούρασε λιγάκι». «Δεν μπορώ να το πιστέψω», είπε ο 'Ερικ Μπλέηκ. Κούνησε το κεφάλι του μουδιασμένα. «Ο καλύτερος φίλος μου βάτραχος. Η γυναίκα μου έγινε πέτρα». «Είναι αλήθεια», είπε ο θεός. «Απονέμουμε δικαιοσύνη σύμφωνα με τις πράξεις των ανθρώπων. Και οι δυο πήραν ό,τι τους άξιζε». «Μπορεί... μπορεί να με ακούσει;». «Υποθέτω». Ο 'Ερικ πλησίασε το άγαλμα της γυναίκας του. «Πατ», είπε ικετευτικά. «Μη θυμώνεις, σε παρακαλώ. Δεν φταίω εγώ». Έπιασε τους παγωμένους της ώμους. «Μην τα βάζεις μαζί μου! Δεν το έκανα εγώ». Ο γρανίτης ήταν σκληρός και λείος κάτω από τα δάχτυλά του. Η Πατ συνέχισε να τον κοιτάζει ανέκφραστα μπροστά. «Η Μεταλλουργία Γης», γρύλισε ο θεός με ξινό ύφος. Το μοναδικό του μάτι ήταν καρφωμένο στον 'Ερικ. «Ποιος είναι αυτός ο Οράτιος Μπράντσωου; Κάποια τοπική θεότητα;». «Ο Οράτιος Μπράντσωου είναι ο ιδιοκτήτης της Μεταλλουργίας Γης», είπε μελαγχολικά ο 'Ερικ. Κάθισε και άναψε ένα τσιγάρο με τρεμάμενα χέρια. «Είναι ο σπουδαιότερος άνθρωπος στη Γη. Στην Μεταλλουργία Γης ανήκουν οι μισοί πλανήτες του ηλιακού συστήματος». «Τα βασίλεια αυτού του κόσμου δεν με ενδιαφέρουν», είπε επιφυλακτικά ο θεός, κλείνοντας το μάτι του. «Τώρα θα ξεκουραστώ. Θέλω να συλλογιστώ κάποια ζητήματα. Μπορείς να με ξυπνήσεις αργότερα, αν θέλεις. Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε θεολογικά ζητήματα, όπως στο διαστημόπλοιο, όταν ερχόμασταν ». «Θεολογικά ζητήματα», είπε ο 'Ερικ με πίκρα. «H γυναίκα μου έχει γίνει άγαλμα και θέλει να συζητήσουμε θεολογία». Αλλά ο θεός είχε ήδη αποτραβηχτεί στον εαυτό του. «Πολύ που σε νοιάζει», μουρμούρισε ο 'Ερικ. Είχε θυμώσει τώρα. «Αυτό είναι το ευχαριστώ, που σε πήρα από τον Γανυμήδη. Κατάστρεψες το σπιτικό μου και την κοινωνική μου ζωή. Ωραίος θεός είσαι!». Καμιά απάντηση. Ο 'Ερικ προσπάθησε απελπισμένα να συγκεντρώσει τις σκέψεις του. 'Ισως όταν θα ξυπνούσε να ήταν σε καλύτερη διάθεση. 'Ισως να μπορούσε να τον πείσει να κάνει τον Μάτσον και την Πατ όπως ήταν πρώτα. Είχε μια αμυδρή ελπίδα. Θα μπορούσε να τον φέρει στο φιλότιμο. Αφού θα είχε κοιμηθεί μερικές ώρες... Αν δεν ερχόταν κανείς να γυρέψει τον Μάτσον. Ο βάτραχος καθόταν δυστυχισμένος στον κήπο, μελαγχολικός κι απαρηγόρητος. Ο 'Ερικ έσκυψε προς το μέρος του. «'Ει, Μάτσον!». Ο βάτραχος σήκωσε αργά το κεφάλι του. «Μην ανησυχείς, φίλε μου. Θα το καταφέρω να σε ξανακάνει όπως πριν. Είναι παιχνιδάκι». Ο βάτραχος δεν κουνήθηκε. «Δεν είναι σπουδαία δουλειά», ξανάπε νευρικά. Ο βάτραχος φάνηκε ακόμα πιο δυστυχής. Ο 'Ερικ κοίταξε το ρολόι του. Ήταν αργά το απόγευμα, σχεδόν τέσσερις. Η βάρδια του Τομ άρχιζε σε μισή ώρα. Αρχισε να ιδρώνει. Αν ο θεός συνέχιζε να κοιμάται, αν δεν ξυπνούσε σε μισή ώρα... 'Ενα κουδούνι. Το βιντεόφωνο. Ο 'Ερικ ένιωσε την καρδιά του να βουλιάζει. 'Ετρεξε και άνοιξε την οθόνη, προσπαθώντας να στυλωθεί κάπως. Είδε τον έντονο και επιβλητικό πρόσωπο του Οράτιου Μπράντσωου. Το βλέμμα του βυθίστηκε βαθιά μέσα στον 'Ερικ. «Μπλέηκ», γρύλισε. «Γύρισες από τον Γανυμήδη, βλέπω». «Μάλιστα». Το μυαλό του 'Ερικ δούλευε με απεγνωσμένη ταχύτητα. Μπήκε μπροστά στην οθόνη, για να μην δει ο Μπράντσωου το δωμάτιο. «Μόλις άρχιζα ν' ανοίγω τις βαλίτσες μου». «Ξέχασέ τα αυτά και έλα εδώ! Περιμένουμε ν' ακούσουμε την αναφορά σου». «Τώρα αμέσως; Μα, κύριε Μπράντσωου... Να τακτοποιήσω λίγο τα πράγματά μου». Προσπάθησε να κερδίσει λίγο χρόνο με κάθε τρόπο. «Θα έρθω αύριο το πρωί, νωρίς-νωρίς». «Είναι εκεί ο Μάτσον, μαζί σου;» Ο 'Ερικ ξεροκατάπιε. «Μάλιστα. Αλλά...». «Δώσε μου τον. Θέλω να του μιλήσω». «Δε... δεν μπορεί να σας μιλήσει τώρα». «Γιατί; Γιατί δεν μπορεί;». «Δεν είναι σε κατάτασταση... δηλαδή, είναι...». Ο Μπράντσωου γρύλισε ανυπόμονα. «Φέρ' τον μαζί σου τότε. Και καλύτερα να είναι ξεμέθυστος όταν θα τον δω. Να είστε στο γραφείο μου σε δέκα λεπτά». 'Εκλεισε. Η οθόνη σκοτείνιασε ξαφνικά. Ο 'Ερικ σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Τα είχε χαμένα. Δέκα λεπτά! Κούνησε το κεφάλι του σαστισμένα. Ο βάτραχος έκανε ένα-δυο πηδήματα. 'Εβγαλε έναν αδύναμο, απελπισμένο ήχο. Ο 'Ερικ σηκώθηκε όρθιος με δυσκολία. «Θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα γεγονότα», μουρμούρισε. 'Εσκυψε, σήκωσε τον βάτραχο και τον έβαλε προσεκτικά στην τσέπη του σακακιού του. «Ακουσες, υποθέτω. 'Ηταν ο Μπράντσωου. Πάμε στο εργαστήριο». Ο βάτραχος κουνήθηκε ανήσυχα. «'Ηθελα να ήξερα τι θα πει ο Μπράντσωου όταν σε δει». Ο 'Ερικ φίλησε το κρύο, γρανίτινο μάγουλο της γυναίκας του. «Γεια σου, αγάπη μου». Βγήκε στο δρόμο, περπατώντας μουδιασμένα. Μια στιγμή αργότερα σταμάτησε ένα ταξi-ρομπότ και μπήκε μέσα. «'Εχω την αίσθηση πως αυτό θα είναι δύσκολο να το εξηγήσω». Το ταξί ξεκίνησε με ταχύτητα. «Φοβερά δύσκολο». Ο Οράτιος Μπράντσωου τον κοίταξε έκπληκτος, αποσβολωμένος. 'Εβγαλε τα γυαλιά του και άρχισε να τα καθαρίζει αργά. Τα έβαλε πάλι στο σκληρό, γερακίσιο του πρόσωπο και κοίταξε κάτω. Ο βάτραχος καθόταν σιωπηλά στο κέντρο του τεράστιου μαονένιου γραφείου. Ο Μπράντσωου έδειξε τρέμοντας τον βάτραχο. «Αυτό... αυτό είναι ο Τόμας Μάτσον;». «Μάλιστα», είπε ο 'Ερικ. Ο Μπράντσωου ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Μάτσον! Τι σου συνέβη;». «Είναι βάτραχος», εξήγησε ο 'Ερικ. «Το βλέπω. Απίστευτο». Ο Μπράντσωου πάτησε ένα κουμπί στο γραφείο του. «Στείλε μου τον Τζένινγκς από το Εργαστήριο Βιολογίας», διέταξε. «Βάτραχος». Σκούντηξε τον βάτραχο με το μολύβι του. «Είσαι στ' αλήθεια εσύ, Μάτσον;». Ο βάτραχος έβγαλε ένα αγκομαχητό. «Θεέ μου». Ο Μπράντσωου έγειρε πίσω, σκουπίζοντας το μέτωπό του. Η βλοσυρή του έκφραση άρχισε να δείχνει ένα συμπαθητικό ενδιαφέρον. Κούνησε το κεφάλι του λυπημένα. «Δεν μπορώ να το πιστέψω. Κάποιο βακτηρίδιο, υποθέτω. Ο Μάτσον πάντα πειραματιζόταν με τον εαυτό του. 'Επαιρνε πολύ σοβαρά τη δουλειά του. Γενναίος άνθρωπος. Καλός εργαζόμενος. Πρόσφερε πολλά στη Μεταλλουργία Γης. Πολύ άσχημο που κατέληξε έτσι. Θα πάρει πλήρη σύνταξη, φυσικά». Ο Τζένινγκς μπήκε στο γραφείο. «Με ζητήσατε;». «'Ελα μέσα». Ο Μπράντσωου του έκανε νόημα, ανυπόμονα, να πλησιάσει. «'Εχουμε ένα πρόβλημα για τον τομέα σου. Τον 'Ερικ Μπλέηκ τον ξέρεις». «Γεια σου, Μπλέηκ». «Και ο Τόμας Μάτσον». Ο Μπράντσωου έδειξε τον βάτραχο. «Από το Εργαστήριο Αμετάλλων». «Τον ξέρω τον Μάτσον», είπε αργά ο Τζένινγκς. «Δηλαδή, ξέρω έναν Μάτσον από τα Αμέταλλα. Αλλά δεν θυμάμαι... δηλαδή, ήταν πιο ψηλός. Κάπου ένα κι ογδόντα». «Αυτός είναι», είπε θλιβερά ο 'Ερικ. «Είναι βάτραχος τώρα». «Τι συνέβη;». Είχε ξυπνήσει η επιστημονική περιέργεια του Τζένινγκς. «Τι ακριβώς συνέβη;». «Είναι μεγάλη ιστορία», είπε αόριστα ο 'Ερικ. «Δεν μπορείς να μας την πεις;» Ο Τζένινγκς εξέταζε τον βάτραχο επαγγελματικά. «Μοιάζει μ' έναν κανονικό βάτραχο. Είσαι σίγουρος πως είναι ο Τομ Μάτσον; 'Ελα, Μπλέηκ. Ξέρεις περισσότερα απ' όσα μας είπες!». Ο Μπράντσωου κάρφωσε το βλέμμα του στον 'Ερικ. «Ναι, τι συνέβη, Μπλέηκ; 'Εχεις ένα παράξενο ύφος. Εσύ είσαι υπεύθυνος γι' αυτό;». Ο Μπράντσωου μισοσηκώθηκε από την καρέκλα του, με σκοτεινό ύφος. «Ακου να δεις. Αν εξαιτίας σου ένας από τους καλύτερους άνδρες μου έγινε ανίκανος να δουλέψει... ». «Σιγά-σιγά», διαμαρτυρήθηκε ο 'Ερικ, προσπαθώντας απεγνωσμένα να σκεφτεί κάτι. Χάίδεψε τον βάτραχο προστατευτικά. «Ο Μάτσον είναι απόλυτα ασφαλής - αν δεν τον πατήσει κανείς. Μπορούμε να φτιάξουμε κάποια προστατευτική ασπίδα κι ένα αυτόματο σύστημα επικοινωνίας για να μπορεί να σχηματίζει λέξεις. Μπορεί να συνεχίσει τη δουλειά του. Με λίγες μικροαλλαγές από δω κι από κει τα πάντα θα συνεχίσουν όπως πριν». «Απάντησέ μου!» ούρλιαξε ο Μπράντσωου. «Είσαι υπεύθυνος γι' αυτό; Εσύ το έκανες;». Ο 'Ερικ άρχισε να κάνει άσκοπες, νευρικές κινήσεις. «Κατά κάποιον τρόπο, ίσως. 'Οχι ακριβώς. 'Οχι άμεσα». Η φωνή του έτρεμε. «Αλλά θα μπορούσε να πει κανείς πως αν δεν ήμουν εγώ...». Το πρόσωπο του Μπράντσωου μεταμορφώθηκε σε μια μάσκα οργής. «Μπλέηκ, απολύεσαι». Πήρε ένα πάκο έντυπα από το συρτάρι του γραφείου του. «Φύγε από δω και μην ξαναγυρίσεις. Και πάρε το χέρι σου απ' αυτόν τον βάτραχο. Ανήκει στην Μεταλλουργία Γης». Του πέταξε ένα χαρτί στο γραφείο. «Αυτό είναι το τσεκ σου. Και μη ψάξεις για δουλειά αλλού. Θα σε βάλω στην διαπλανητική μαύρη λίστα. Αντίο». «Αλλά, κύριε Μπράντσωου...». «Μη με παρακαλείς». Ο Μπράντσωου κούνησε το χέρι του. «Φύγε. Τζένινγκς, ν' αρχίσετε δουλειά αμέσως. Αυτό το πρόβλημα πρέπει να ξεπεραστεί. Θέλω να φέρεις αυτόν τον βάτραχο στην αρχική του μορφή. Ο Μάτσον είναι αναγκαίος για την Μεταλλουργία Γης. Υπάρχει δουλειά να γίνει, δουλειά που μόνο o Μάτσον μπορεί να κάνει. Δεν είναι δυνατόν ν' αφήσουμε αυτό το πράγμα να καθυστερήσει την έρευνά μας». «Κύριε Μπράντσωου», είπε απελπισμένα ο 'Ερικ. «Ακούστε με, σας παρακαλώ. Θέλω να δω τον Τομ όπως ήταν. Αλλά ένας τρόπος υπάρχει να πάρει την κανονική του μορφή. Πρέπει...». Τα μάτια του Μπράντσωου ήταν παγωμένα, γεμάτα έχθρα. «Ακόμα εδώ είσαι, Μπλέηκ; Θέλεις να φωνάξω τη φρουρά μου και να σε κάνουν σκόνη; Σου δίνω ένα λεπτό για να φύγεις από τους χώρους της Εταιρείας. Καταλαβαίνεις;». Ο 'Ερικ κούνησε το κεφάλι του δυστυχισμένα. «Καταλαβαίνω». Γύρισε και σύρθηκε κακομοιριασμένα προς την πόρτα. «Αντίο, Τζένινγκς. Αντίο, Τομ. Θα είμαι σπίτι μου αν με θελήσετε, κύριε Μπράντσωου». «Αλχημιστή», του πέταξε ο Μπράντσωου. «Στα τσακίδια». «Τι θα έκανες», ρώτησε ο 'Ερικ το ταξί-ρομπότ, «αν η γυναίκα σου είχε γίνει πέτρα, ο καλύτερος φίλος σου βάτραχος και είχες χάσει και τη δουλειά σου;». «Τα ρομπότ δεν έχουν γυναίκες», είπε το ταξί. «Δεν έχουν φύλο. Τα ρομπότ δεν έχουν φίλους, επίσης. Δεν μπορούν να έχουν συναισθηματικές σχέσεις». «Μπορούν να χάσουν τη δουλειά τους τα ρομπότ;». «Μερικές φορές». Το ταξί σταμάτησε μπροστά στο σεμνό μπάνγκαλόου του 'Ερικ. «Σκεφτείτε όμως. Συχνά λιώνουν τα ρομπότ και φτιάχνουν καινούργια. Θυμάστε στο Πέερ Γκυντ του 'Ιψεν, εκεi που λέει για τον Μπάτον Μάουλντερ. Είναι ξεκάθαρο πως προβλέπει συμβολικά το μελλοντικό τραύμα των ρομπότ». «Ναι». Η πόρτα άνοιξε κι ο 'Ερικ βγήκε. «Υποθέτω πως όλοι έχουμε τα προβλήματά μας». «Τα ρομπότ έχουν τα χειρότερα προβλήματα απ' όλους». Η πόρτα έκλεισε και το ταξί απομακρύνθηκε. Χειρότερα; Δύσκολο. Ο 'Ερικ μπήκε στο σπίτι του. Η εξώπορτα άνοιξε αυτόματα. «Καλωσήρθατε, κύριε Μπλέηκ», του είπε η πόρτα. «Η Πατ πρέπει να είναι ακόμα μέσα». «Η κυρία Μπλέηκ είναι εδώ, αλλά είναι σε καταληψία, ή κάτι παρόμοιο». «'Εχει γίνει πέτρα». Ο 'Ερικ φίλησε τα ψυχρά χείλη της γυναίκας του. «Γεια σου, αγάπη μου». Πήρε λίγο κρέας από το ψυγείο και το έχωσε στο κοίλωμα της κοιλιάς του θεού. 'Ενα χωνευτικό υγρό κάλυψε το φαγητό. Σύντομα το μοναδικό μάτι του θεού άνοιξε, τρεμόπαιξε λίγο, και στάθηκε στον 'Ερικ. «Κοιμήθηκες καλά;» ρώτησε ψυχρά ο 'Ερικ. «Δεν κοιμόμουν. Ο νους μου εξέταζε θέματα κοσμικής σπουδαιότητας. Διακρίνω μια εχθρότητα στη φωνή σου. Συνέβη τίποτα το δυσάρεστο;». «Τίποτα. Τίποτα απολύτως. Μόνο που έχασα και τη δουλειά μου, εκτός απ' όλα τ' άλλα». «'Εχασες τη δουλειά σου; Ενδιαφέρον. Για τι άλλα μιλάς; ». Ο 'Ερικ έγινε έξαλλος. «'Εκανες άνω-κάτω όλη μου τη ζωή, να σε πάρει!». 'Εδειξε την σιωπηλή, ακίνητη μορφή που στεκόταν παραδίπλα, «Κοίτα! H γυναίκα μου! 'Εγινε γρανίτης. Κι ο καλύτερος φίλος μου, βάτραχος». Ο Τινοκουκνόι Αβερουλοπάπο χασμουρήθηκε. «Λοιπόν;». «Γιατί; Τι σου έκανα; Γιατί μου φέρθηκες έτσι; Κοίτα πόσα έκανα για σένα. Σε έφερα στη Γη. Σε τάισα. Σου έφτιαξα ένα κουτί και νερό κι εφημερίδες. Τόσα πράγματα». «Αλήθεια. Μ' έφερες στη Γη». Και πάλι μια παράξενη λάμψη πέρασε από το σκοτεινό πρόσωπο του θεού. «Εντάξει. Θα κάνω τη γυναίκα σου όπως ήταν » . «Ναι;» ο 'Ερικ γέμισε χαρά. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του. 'Ηταν πολύ ανακουφισμένος για να κάνει κι άλλες ερωτήσεις. «Αυτό θα στο χρωστάω!». Ο θεός συγκεντρώθηκε. «Κάνε στην άκρη. Είναι πιο εύκολο να διαταράξεις την μοριακή δομή ενός σώματος από το να επαναφέρεις στην αρχική του κατάσταση. Ελπίζω να γίνει ακριβώς όπως ήταν». 'Εκανε μια μικρή κίνηση. Ο αέρας αναταράχτηκε γύρω από την σιωπηλή μορφή της Πατ. Ο χλωμός γρανίτης τρεμούλιασε. Αργά, το χρώμα επέστρεψε στο πρόσωπό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, και τα μαύρα της μάτια γέμισαν τρόμο. Το χρώμα επέστρεψε στα χέρια της, στους ώμους, το στήθος, απλώθηκε στο λυγερό της σώμα. Παραπάτησε, και έβγαλε μια φωνή. «Έρικ!». Ο 'Ερικ την έπιασε και την αγκάλιασε σφιχτά. «Αγάπη μου. Χαίρομαι που είσαι καλά». Την έσφιξε πάνω του, κι αισθάνθηκε την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή από τον τρόμο. Φίλησε τα απαλά της χείλη ξανά και ξανά. «Καλωσήρθες». Η Πατ τραβήχτηκε ξαφνικά. «Αυτό το φίδι. Αυτό το άθλιο σκουπίδι. Να μην το πιάσω στα χέρια μου». Πλησίασε τον θεό, κοιτάζοντάς τον άγρια. «Ακου δω. Τι ήταν αυτό; Πώς τολμάς;». «Βλέπεις;» είπε ο θεός. «Δεν αλλάζουν». Ο 'Ερικ την τράβηξε πίσω. «Καλύτερα να σωπάσεις, αλλιώς θα ξαναγίνεις γρανίτης. Κατάλαβες;». Η Πατ έπιασε τον επιτακτικό τόνο της φωνής του. Ηρέμησε απρόθυμα. «Εντάξει, 'Ερικ. Παραδίνομαι». «Ακου, είπε ο 'Ερικ στον θεό. «Τι θα γίνει με τον Τομ; Θα τον κάνεις κι αυτόν όπως ήταν;». «Τον βάτραχο; Πού είναι;». «Στο Εργαστήριο Βιολογίας. Τον εξετάζει ο Τζένινγκς με τους βοηθούς του». Ο θεός το σκέφτηκε. «Αυτό δεν μου αρέσει. Το Εργαστήριο Βιολογίας; Πού είναι αυτό; Πόσο μακριά;». «Στη Μεταλλουργία Γης. Στο Κεντρικό Κτίριο». O 'Ερικ ήταν ανυπόμονος. «Πέντε μίλια, περίπου. Τι λες; 'Ισως αν τον κάνεις όπως ήταν να μου δώσει πίσω τη δουλειά μου ο Μπράντσωου. Αυτό μου το χρωστάς. Να κάνεις τα πράγματα όπως ήταν». «Δεν μπορώ». «Δεν μπορείς; Και γιατί;». «Νόμιζα πως οι θεοί ήταν παντοδύναμοι», είπε νευρικά η Πατ. «Μπορώ να κάνω τα πάντα - από κοντά. Το Εργαστήριο Βιολογίας της Μεταλλουργίας Γης είναι πολύ μακριά. Πέντε μίλια είναι πάνω από το όριό μου. Μπορώ να διαταράζω την μοριακή δομή μόνο σ' έναν περιορισμένο κύκλο». «Τι; Δηλαδή δεν μπορείς να ξανακάνεις τον Τομ όπως ήταν;». «'Ετσι είναι. Δεν έπρεπε να τον πάρεις από το σπίτι. Οι θεοί υπόκεινται κι αυτοί στους νόμους της φύσης, όπως κι εσύ. Οι νόμοι μας είναι διαφορετικοί, αλλά εξακολουθούν να είναι νόμοι». «Μάλιστα», μουρμούρισε ο 'Ερικ. «'Επρεπε να το πεις». «'Οσο για τη δουλειά σου, μην ανησυχείς. Ορίστε, θα σου φτιάξω χρυσάφι». Ο θεός έκανε μια κίνηση με τα λεπιδωτά του χέρια. 'Ενα μέρος της κουρτίνας έλαμψε ξαφνικά κίτρινο κι έπεσε στο πάτωμα μ' έναν μεταλλικό θόρυβο. «Καθαρό χρυσάφι. Θα σου φτάσει για λίγες μέρες». «Δεν χρησιμοποιούμε πια χρυσό». «'Ε, ό,τι χρειάζεται. Μπορώ να κάνω τα πάντα». «Εκτός απ' το να ξανακάνεις τον Τομ άνθρωπο», είπε η Πατ. «Ωραίος θεός είσαι». «Σώπα, Πατ», μουρμούρισε ο 'Ερικ, βυθισμένος στις σκέψεις. «Αν υπήρχε τρόπος να βρεθώ κοντά του», είπε επιφυλακτικά ο θεός. «Αν ήμουν κοντά...». «Ο Μπράντσωου δεν θα τον αφήσει ποτέ. Κι εγώ δεν μπορώ να πλησιάσω. Οι φρουροί θα με κάνουν κομματάκια». «Λίγη πλατίνα;» Ο θεός έκανε μια κίνηση και ένα μέρος του τοίχου έλαμψε άσπρο. «Καθαρή πλατίνα. Μια απλή αλλαγή ατομικού βάρους. Τι λες;». «'Οχι!». Ο 'Ερικ περπατούσε πάνω κάτω. «Πρέπει να πάρουμε αυτόν τον βάτραχο από τον Μπράντσωου. Αν μπορούσαμε να τον φέρουμε εδώ...». «'Εχω μια ιδέα», είπε ο θεός. «Tι;». «'Ισως μπορούσες να με πας εκεί. 'Ισως μπορούσα να μπω στο χώρο της Εταιρείας, κοντά στο Εργαστήριο Βιολογίας...». «Αξίζει να δοκιμάσουμε», είπε η Πατ, βάζοντας το χέρι της στον ώμο του 'Ερικ. «Τελικά, ο Τομ είναι o καλύτερός σου φίλος. Είναι ντροπή να του φερθείς έτσι. Δεν είναι... γήινο». Ο 'Ερικ πήρε το παλτό του. «Εντάξει. Θα πλησιάσουμε όσο μπορούμε στο κτίριο της Εταιρείας. 'Ισως μπορέσω να πλησιάσω προτού με πάρουν είδηση οι φρουροί...». Μια έκρηξη. Η εξώπορτα έγινε στάχτη. Αστυνομικοί-ρομπότ μπήκαν τρέχοντας στο δωμάτιο, με τα όπλα τους έτοιμα. «Εντάξει», είπε ο Τζένινγκς. «Αυτός είναι». Μπήκε στο σπίτι. «Πάρτε τον. Κι αυτό το πράγμα στο κουτί». «Τζένινγκς!». Ο 'Ερικ ξεροκατάπιε. «Τι διάβολο συμβαίνει εδώ;». Ο Τζένινγκς σούφρωσε τα χείλια του. «Παράτα το θέατρο, Μπλέηκ. Δεν με κοροϊδεύεις εμένα». Χτύπησε ελαφρά ένα μικρό μεταλλικό κουτί κάτω από τη μασχάλη του. «Ο βάτραχος τα φανέρωσε όλα. 'Εχεις έναν εξωγήινο στο σπίτι σου, έτσι δεν είναι;». Γέλασε ψυχρά. «Υπάρχει ένας νόμος που απαγορεύει την εισαγωγή εξωγήινων στη Γη. Συλλαμβάνεσαι, Μπλέηκ. Μάλλον θα φας ισόβια». «Τινομουκνόι Αρεβουλοπάπο!» τσίριξε ο 'Ερικ Μπλέηκ. «Μην με εγκαταλείπεις μια τέτοια στιγμή!». «'Ερχομαι», γρύλισε ο θεός. Τραντάχτηκε βίαια. «Τι λες γι' αυτό;». Οι αστυνομικοί-ρομπότ τινάχτηκαν καθώς ένα κύμα δύναμης βγήκε από το κουτί. Ξαφνικά εξαφανίστηκαν. Στο σημείο που στέκονταν φάνηκε μια ορδή από μηχανικά ποντίκια που άρχισαν να τρέχουν πάνω κάτω ώσπου τελικά βγήκαν από την πόρτα στην αυλή. Το πρόσωπο του Τζένινγκς πήρε μια έκφραση έκπληξης, και μετά πανικού. Υποχώρησε, κουνώντας απειλητικά το όπλο του. «Κοίτα να δεις, Μπλέηκ. Μη νομίζεις πως μπορείς να με τρομάξεις. 'Εχουμε περικυκλώσει το σπίτι». 'Ενα αστροπελέκι τον χτύπησε στο στομάχι. Τον σήκωσε στον αέρα και τον τράνταξε σαν πάνινη κούκλα. Το όπλο του έφυγε από τα χέρια και έπεσε στο πάτωμα. Ο Τζένινγκς έκανε να το πιάσει, απελπισμένα. Το όπλο έγινε αράχνη και το 'βαλε στα πόδια. «Ασε τον κάτω», φώναξε ο 'Ερικ. «Εντάξει». Ο θεός άφησε τον Τζένινγκς. Εκείνος έπεσε στο πάτωμα, ζαλισμένος και φοβισμένος. Σηκώθηκε άγαρμπα στα πόδια του και βγήκε έξω τρέχοντας. «Πω-πω», είπε η Πατ. «Τι είναι;». «Κοίτα». Σ' έναν κύκλο γύρω από το σπίτι ήταν στημένη μια σειρά ατομικά κανόνια. Οι κάνες τους έλαμπαν παράξενα στο απογευματινό φως. Γύρω από κάθε κανόνι στεκόταν μια ομάδα από ρομπότ αστυνομικούς που περίμεναν οδηγίες. Ο 'Ερικ μούγκρισε. «Τη βάψαμε. Μια ριπή και τελείωσε». «Κάνε κάτι!» είπε λαχανιαστά η Πατ. Σκούντησε το κουτί. «Μάγεψέ τους. Μην κάθεσαι έτσι». «Είναι έξω από την ακτίνα δράσης μου», απάντησε ο θεός. «'Οπως εξήγησα, η δύναμή μου είναι περιορισμένη από την απόσταση». «Εσείς εκεί μέσα!» ακούστηκε μια φωνή, ενισχυμένη από εκατό μεγάφωνα. «Ελάτε έξω με τα χέρια ψηλά. Αλλιώς θ' ανοίξουμε πυρ!» «Ο Μπράντσωου», μούγκρισε ο 'Ερικ. «Είναι εκεί έξω. Παγιδευτήκαμε. Σίγουρα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα;». «Λυπάμαι», είπε ο θεός. «Μπορώ να φτιάξω μια προστατευτική ασπίδα γύρω από το σπίτι». Συγκεντρώθηκε. 'Εξω από το σπίτι σχηματίστηκε μια θαμπή επιφάνεια, μια σφαίρα που άρχισε να σκληραίνει γύρω τους. «Εντάξει», ακούστηκε η ενισχυμένη φωνή του Μπράντσωου, λίγο πνιγμένη εξαιτίας της ασπίδας. «Πάτε γυρεύοντας». Η πρώτη βόμβα τους χτύπησε. Ο 'Ερικ βρέθηκε πεσμένος στο πάτωμα, με τ' αυτιά του να βουϊζουν, όλα γύρω του να στριφογυρίζουν. Η Πατ βρισκόταν δίπλα του, ζαλισμένη και φοβισμένη. Το σπίτι είχε διαλυθεί. Τοίχοι, καρέκλες, έπιπλα, όλα ήταν ερείπια. «Ωραία ασπίδα», είπε η Πατ. «Το τράνταγμα», είπε ο θεός. Το κουτί του ήταν πεσμένο στο πλάι, σε μια γωνία. «Η ασπίδα σταματάει τις βόμβες, αλλά το τράνταγμα...». Μια δεύτερη βόμβα τους χτύπησε. Το ωστικό κύμα χτύπησε τον 'Ερικ. Ο άγριος άνεμος τον σήκωσε και τον πέταξε σε σωρούς από ερείπια που πριν λίγο ήταν το σπίτι του. «Δεν θ' αντέξουμε», είπε δυνατά η Πατ. «Πες τους να σταματήσουν, 'Ερικ, σε παρακαλώ». «Η γυναίκα σου έχει δίκιο», ακούστηκε η φωνή του θεού από το αναποδογυρισμένο του κουτί. «Παραδώσου, 'Ερικ». «'Ετσι λέω κι εγώ». Ο 'Ερικ σηκώθηκε στα γόνατα. «Αλλά να, δεν θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στη φυλακή. 'Ηξερα πως ήταν παράνομο όταν έφερα αυτό το πράγμα στη Γη, αλλά ποτέ δεν σκέφτηκα... ». Μια τρίτη βόμβα. Ο 'Ερικ έπεσε κάτω, χτυπώντας το σαγόνι του στο πάτωμα. Χώμα και σοβάδες έπεσαν πάνω του, τυφλώνοντάς τον. Πιάστηκε από ένα δοκάρι και ανασηκώθηκε. «Σταματήστε!» φώναξε. Ξαφνική σιωπή. «Θέλεις να παραδοθείς;» ακούστηκε η μεγαλοπρεπής φωνή. «Παραδώσου», μουρμούρισε ο θεός. Το μυαλό του 'Ερικ δούλευε απεγνωσμένα. «'Εχω... έχω μια πρόταση. 'Εναν συμβιβασμό». Σκεφτόταν γρήγορα. «'Εχω να προτείνω κάτι». Παύση. «Τι προτείνεις;». Ο 'Ερικ προχώρησε μέσα απ' τα ερείπια ώς την άκρη της ασπίδας. Η ασπίδα είχε σχεδόν χαθεί. Μόνο μια λαμπερή ομίχλη έμενε, και από μέσα της φαινόταν ο κύκλος με τα ατομικά κανόνια και τα ρομπότ-αστυνομικούς. «Μάτσον», είπε λαχανιασμένα ο 'Ερικ. «Ο βάτραχος. Θα κάνουμε την ακόλουθη συμφωνία. Θα κάνουμε τον Μάτσον όπως ήταν. Θα επιστρέψουμε τον εξωγήινο στον Γανυμήδη. Εσείς θα αποσύρετε τη δίωξη και θα μου δώσετε πίσω τη δουλειά μου». «Παράλογο! Τα εργαστήριά μου μπορούν εύκολα να ξανακάνουν τον Μάτσον όπως ήταν, χωρίς τη βοήθειά σας». «Α, ναι; Ρώτησε τον Μάτσον. Εκείνος θα σας πει. Αν δεν συμφωνήσετε, ο Μάτσον θα μείνει βάτραχος για τα επόμενα διακόσια χρόνια - τουλάχιστον!». Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή. Ο 'Ερικ έβλεπε πίσω από τα κανόνια ανθρώπους να πηγαινοέρχονται και να το συζητούν. «Εντάξει», ακούστηκε τελικά η φωνή του Μπράντσωου. «Συμφωνούμε. Ρίχτε την ασπίδα και πλησίασε. Θα στείλω τον Τσένινγκς με το βάτραχο. Κι όχι κόλπα, Μπλέηκ!». «'Οχι κόλπα». Ο 'Ερικ ένιωσε ανακούφιση. «'Ελα», είπε στο θεό, σηκώνοντας το στραπατσαρισμένο κουτί. «Κατέβασε την ασπίδα και να τελειώνουμε. Αυτά τα κανόνια μου σπάνε τα νεύρα». Ο θεός χαλάρωσε. Η ασπίδα -ό,τι είχε απομείνει- τρεμόπαιξε και χάθηκε. «'Ερχομαι». Ο 'Ερικ προχώρησε προσεκτικά, με το κουτί στα χέρια. «Πού είναι ο Μάτσον;». Ο Τζένινγκς πλησίασε. «Τον έχω». Η περιέργειά του ήταν μεγαλύτερη από την καχυποψία του. «Θα πρέπει να είναι ενδιαφέρον. Θα πρέπει να μελετήσουμε καλύτερα την εξωδιαστατική ζωή. Φαίνεται πως η επιστήμη τους είναι κατά πολύ ανώτερη από την δική μας». Ο Τζένινγκς έσκυψε κι ακούμπησε τον μικρό πράσινο βάτραχο στο γρασίδι. «Νάτος», είπε ο 'Ερικ στο θεό. «Είναι αρκετά κοντά;» ρώτησε ψυχρά η Πατ. «Καλά είναι», είπε ο θεός. «Είναι όπως πρέπει». 'Εστρεψε το μοναδικό του μάτι στον βάτραχο κι έκανε λίγες μικρές κινήσεις με τα λεπιδωτά του χέρια. Μια λάμψη κύκλωσε τον βάτραχο. Υπερδιαστατικές δυνάμεις επιδρούσαν πάνω του, τραβούσαν και άλλαζαν τα μόρια του βατράχου. Ξαφνικά ο βάτραχος τινάχτηκε. Για μια στιγμή τρεμούλιασε, μια δόνηση φάνηκε να τον τραντάζει. Μετά... Εμφανίστηκε ο Μάτσον, η γνωστή πανύψηλη μορφή, να κοιτάζει τον 'Ερικ και τον Τζένινγκς και την Πατ. «Θεέ μου», είπε τρέμοντας ο Μάτσον. 'Εβγαλε το μαντήλι του και σκούπισε το πρόσωπό του. «Πολύ χαίρομαι που πέρασαν όλα. Δεν θάθελα να ξαναπάθω κάτι τέτοιο». Ο Τζένινγκς υποχώρησε βιαστικά πίσω από τα κανόνια. Ο Μάτσον γύρισε και τον ακολούθησε. O 'Ερικ και η γυναίκα του κι ο θεός βρέθηκαν ξαφνικά μόνοι τους στο κέντρο του κήπου. «'Ει!» φώναξε ο 'Ερικ, ανήσυχος ξαφνικά. «Τι είναι αυτά; Τι διάβολο γίνεται;». «Συγγνώμη, Μπλέηκ», ακούστηκε η φωνή του Μπράντσωου. «Είχε μεγάλη σημασία για μας η αποκατάσταση του Μάτσον. Αλλά δεν μπορούμε ν' αλλάξουμε τον νόμο. Ο νόμος είναι πάνω από κάθε άνθρωπο, ακόμα κι από μένα. Συλλαμβάνεσαι». Αστυνομικοί-ρομπότ τους περικύκλωσαν. «Είσαι τομάρι», είπε ο 'Ερικ, προσπαθώντας αδύναμα ν' αντισταθεί. Ο Μπράντσωου εμφανίστηκε πίσω απ' τα κανόνια, με τα χέρια στις τσέπες, χαμογελώντας ήρεμα. «Λυπάμαι, Μπλέηκ. Σε δέκα-δεκαπέντε χρόνια θα πρέπει να βγεις από την φυλακή. Η δουλειά σου θα σε περιμένει - στο υπόσχομαι. Κι όσο γι' αυτό το υπερδιαστατικό ον, ενδιαφέρομαι πολύ να το δω. Ακουσα τόσα πράγματα». Κοίταξε στο κουτί. «Θα χαρώ να το αναλάβω. Τα εργαστήριά μας θα κάνουν τεστ και πειράματα που θα...». Η φωνή του Μπράντσωου έσβησε. Το πρόσωπό του χλώμιασε. Το στόμα του άνοιξε κι έκλεισε, αλλά κανένας ήχος δεν ακούστηκε. Από το κουτί ακούστηκε μια πομπώδης φωνή, γεμάτη οργή και μανία. «Ναρ Ντολκ; Το ήξερα πως θα σε βρω!». Ο Μπράντσωου υποχώρησε τρέμοντας. «Κοίτα να δεις! Ποιος θα το 'λεγε! Τινοκουκνόι Αρεβουλοπάπο! Τι κάνεις στη Γη;» Σκόνταψε, κόντεψε να πέσει. «Πώς, δηλαδή, μετά από τόσο καιρό, πώς...». Ο Μπράντσωου το έβαλε στα πόδια, πετώντας δεξιά κι αριστερά τους αστυνομικούς-ρομπότ. «Ναρ Ντολκ!» ούρλιαξε ο θεός, έξαλλος από θυμό. «Μάστιγα των Επτά Ναών! Απόβρασμα του Διαστήματος! Το ήξερα πως ήσουν σ' αυτόν τον άθλιο πλανήτη! 'Ελα πίσω να πάρεις την τιμωρία σου!». Ο θεός τινάχτηκε προς τα πάνω κι έσκισε τον αέρα. Πέταξε πάνω από τον 'Ερικ και την Πατ, και καθώς πέταγε, μεγάλωνε. 'Ενας αρρωστημένος, αηδιαστικός άνεμος, ζεστός και υγρός, τους χτύπησε στα πρόσωπα, καθώς ο θεός κέρδισε ταχύτητα. Ο Μπράντσωου - ο Ναρ Ντολκ- έτρεχε μανιασμένα. Και καθώς έτρεχε άλλαξε. 'Εβγαλε τεράστια φτερά. Μεγάλα δερμάτινα φτερά, που χτύπαγαν τον αέρα με βία. Το σώμα του έλιωσε και μεταμορφώθηκε. Πλοκάμια πήραν την θέση των ποδιών. Τα χέρια του έγιναν λεπιδωτά και αρπακτικά. Πήρε ένα γκρίζο χρώμα καθώς υψώθηκε στον αέρα, χτυπώντας τα φτερά του με θόρυβο. Ο Τινοκουκνόι Αρεβουλοπάπο χτύπησε. Για μια στιγμή βρέθηκαν αγκαλιασμένοι στον αέρα να στριφογυρίζουν, με τα φτερά και τα νύχια τους να χτυπιούνται μανιασμένα. Και μετά ο Ναρ Ντολκ απομακρύνθηκε φτερουγίζοντας προς τα πάνω. Μια εκτυφλωτική λάμψη, ένα ποπ, και χάθηκε. Για μια στιγμή ο Τινοκουκνόι Αρεβουλοπάπο αιωρήθηκε στον αέρα. Το λεπιδωτό κεφάλι γύρισε, και το μοναδικό μάτι κοίταξε τον 'Ερικ και την Πατ. Τους έγνεψε ελαφρά. Και μετά, με μια περίεργη δόνηση, χάθηκε. Ο αέρας ήταν άδειος. Το μόνο που είχε μείνει ήταν λίγα φτερά και η μυρωδιά καμμένων λεπιών. Ο 'Ερικ ήταν ο πρώτος που μίλησε. «Λοιπόν», είπε. «Γι' αυτό ήθελε να έρθει στη Γη. Υποθέτω πως με εκμεταλλεύτηκε». 'Εκανε έναν δειλό μορφασμό. «O πρώτος γήινος που τον εκμεταλλεύονται». Ο Μάτσον πλησίασε, κοιτάζοντας ακόμα ψηλά. «'Εφυγαν. Κι οι δυο τους. Γύρισαν στην διάστασή τους, φαντάζομαι». 'Ενας αστυνομικός-ρομπότ τραβούσε τον Τζένινγκς από το μανίκι. «Να συλλάβουμε κανέναν, κύριε; Τώρα που λείπει ο κύριος Μπράντσωου, εσείς δίνετε τις διαταγές». Ο Τζένινγκς κοίταξε τον 'Ερικ και την Πατ. «Δεν νομίζω. Τα πειστήρια έφυγαν. Και φαίνεται κάπως ανόητο, τελικά». Κούνησε το κεφάλι του, «Ο Μπράντσωου! Φαντάσου! Και δούλευα γι' αυτόν χρόνια. Παράξενη δουλειά». Ο 'Ερικ αγκάλιασε τη γυναίκα του. Την έσφιξε πάνω του. «Συγγνώμη, αγάπη μου», είπε μαλακά. «Συγγνώμη;». «Το δώρο σου. 'Εφυγε. Θα πρέπει να σου πάρω κάτι άλλοι. Η Πατ γέλασε, σφίχτηκε πάνω του. «Δεν πειράζει. Θα σου πω ένα μυστικό». «Τι;». Η Πατ τον φίλησε στο μάγουλο με τα ζεστά της χείλη. «Να σου πω την αλήθεια - χαίρομαι».

Δεν υπάρχουν σχόλια: